Cyclist.gr - Ποδήλατο και ποδηλασία
 
Γιαουρτόμελο στα Δερβενοχώρια

Κείμενο:
Δημήτρης Μουμτζίδης

Ξύπνημα από το πρωί
Κατάλαβα ότι η ώρα ήταν ήδη πέντε τα χαράματα. Το ξυπνητήρι δεν σταματούσε να χτυπάει παρ' όλες τις υποσχέσεις μου ότι θα είμαι στα πόδια μου όρθιος αν θα μου έδινε πέντε λεπτάκια ακόμα να χουζουρέψω . . . όχι έπρεπε να σηκωθώ γιατί την ίδια ώρα περίπου άλλοι 15-20 «τρελοί» έκαναν το ίδιο πράγμα, σηκώνονταν από τα κρεβάτια τους για να συναντηθούν στο Τελεφερίκ της Πάρνηθας.

Ο στόχος; Να διασχίσουμε την Πάρνηθα με το MTB μας, να φτάσουμε κάπου στη Βοιωτία, σε ένα χωριό, τη Στεφάνη, να δοκιμάσουμε το πολυφημησμένο γιαουρτόμελο της περιοχής και στη συνέχεια να επιστρέψουμε στη βάση μας. Ακούστηκε ότι θα μας έπαιρνε καμιά 10αριά ώρες πάνω στη σέλα του ποδηλάτου αλλά εμείς εκεί, θέλαμε γιαουρτόμελο και το θέλαμε «τώρα».

Για το Τελεφερίκ ξεκινήσαμε με το αυτοκίνητο κάπου στα Νότια Προάστια της Αττικής και ο δρόμος μας περνούσε από τα Clubs της παραλιακής. Ήταν γύρω στις 6.15 το πρωί και δεν μπορούσα να σκεφτώ ξεκάθαρα εκείνη την ώρα ποιοί ήταν οι «τρελοί» της υπόθεσης . . . οι «τύποι» με τα ποδήλατά τους φορτωμένα στη σχάρα του αυτοκινήτου, ή οι γυναίκες με τα ψηλά τακούνια, το υπερβολικό βάψιμο και τα μινιμαλιστικά τσαντάκια (για το κινητό τους και το ρουζ) που έβγαιναν από τα «νυχτερινά» μαγαζιά; Καμιά φορά η Ελλάδα σε μπερδεύει με τις αντιθέσεις της αλλά ίσως αυτός είναι και ο λόγος που την κάνει αθάνατη.

Φτάσαμε στο Τελεφερίκ λίγο καθυστερημένοι και όλος ο κόσμος ήταν εκεί. Κατά τις 7.15 είμασταν όλοι έτοιμοι, εξοπλισμένοι o καθένας με τα απαραίτητα, κράνος, νερό, φαγητό, ενώ δεν έλλειπαν από τα «παρελκόμενα» οι εργαλειοθήκες, παλμογράφοι, πρώτες βοήθειες, GPS, 2 walkie-talkie, κινητά τηλέφωνα και φυσικά, οι χάρτες του Γιάννη, του οδηγού μας σε αυτό το βουνίσιο ποδηλατικό μαραθώνιο. Για να πω την αλήθεια δεν είχα συνειδητοποιήσει τι πηγαίναμε να κάνουμε αλλά είχα θετική σκέψη και διάθεση, παρ' όλο που όταν είδα στο χάρτη που θα "οδεύαμε", σκέφτηκα ότι ίσως είχε γίνει λάθος και βρισκόμουνα σε άλλη εξόρμηση (για προχωρημένους) και όχι αυτή που είχα δηλώσει με τους Cyclist Friends.


Η φύση μας φέρνει πιο κοντά
Ξεκινήσαμε με πάρα πολύ καλή διάθεση και όρεξη για κουβέντα ενώ γνωρίζαμε για πρώτη φορά άλλα μέλη των Friends όπως τον «καπετάνιο» (love boat captain) και το φίλο του το Νίκο, τον Αλέξη με το διαστημικό του «TREK», και τον φίλο με το «TRAXXER».

Η διαδρομή στην αρχή ήταν ανηφορική χωρίς όμως μεγάλες κλίσεις και πρέπει να ανεβήκαμε για κάμποση ώρα. Το καταλαβαίνεις αυτό όταν ξαφνικά κοιτάς πίσω σου και βλέπεις στην άκρη του βουνού κάτι πολύ μικρά σπιτάκια, το ένα πάνω στο άλλο να φτιάχουν ένα τσιμεντένιο παζλ χωρίς σχήμα . . . Ένα πράγμα που συμβαίνει στα σίγουρα όταν είσαι στο βουνό είναι ότι χάνεις την αίσθηση του χρόνου. Ξεχνιέσαι μεταξύ του θαυμασμού που νοιώθεις για τη φύση, της διαύγειας που σου φέρνει το καθαρό οξυγόνο και η μυρωδιά από τα έλατα, και της υποταγής που αισθάνεσαι από τη μεγαλειότητα του βουνού.

Διασχίζαμε διάπλατους δασικούς και πανέμορφα μονοπάτια, λιβάδια γεμάτα με πράσινο, παπαρούνες και μαργαρίτες. Το μάτι δε χορταίνει τόση ομορφιά που τόσο σπάνια αντικρίζουμε. Οι πηγές με τα πεντακάθαρα τρεχούμενα νερά ήταν ένα ευχάριστο διάλειμμα για να ξεκουραστούμε, να κοιτάξουμε στο χάρτη να δούμε που βρισκόμαστε αλλά και να συζητήσουμε. Γνωρίζονται καλύτερα οι άνθρωποι πάνω στο βουνό. Είναι πιο χαλαροί, απελευθερωμένοι από την καθημερινότητα, από την οποία η πλειονότητα έχει κληρονομήσει μια απέραντη μοναξιά και μια έλλειψη πραγματικής επικοινωνίας.

Σε κάθε σταυροδρόμι το group των προπορευόμενων θα περίμενε τη «σκούπα», τον limas και τον shark, που θα έφερνε και τους τελευταίους περιηγητές ώστε να ξαναγίνουμε και πάλι ένα, και να ποδηλατήσουμε παρέα προς τα Δερβενοχώρια.

Το γιαουρτόμελο
Είχαμε μπει στην τελική ευθεία που στο τέλος της ήταν το χωριό της Στεφάνης. Ο δρόμος ήταν ασφάλτινος και ποδηλατούσαμε σε δυάδες. Παρ' όλη την κούρασή μας και ξέροντας ότι έχουμε άλλη τόση διαδρομή, το δρόμο της επιστροφής, ο ρυθμός μας ανέβαινε όλο και περισσότερο. Ίσως ήταν οι μαγικές κουβέντες του Γιάννη που μας είχαν ανακοινώσει λίγα λεπτά πριν ότι σύντομα φτάνουμε εκεί που μας περίμενε το μεγάλο μας βραβείο. Μια σκιά να ξαποστάσουμε, άφθονο νερό, αλλά και το πολυπόθητο γιαουρτόμελο.

Μέσα σε ένα λεπτό είχαμε βγάλει τα κράνη, τα σακίδια, και ότι άλλο μας βάραινε και είχαμε πάρει θέσεις στο τραπέζι. Θέλαμε γιαουρτόμελο, έτσι όπως το είχαμε φανταστεί . . .

Είναι φοβερό το πως δουλεύει το ανθρώπινο μυαλό και πως αυτό το μυαλό μπορεί να ρυθμίζει αλλά και να ικανοποιεί τις ανάγκες μας, ή τα «θέλω» μας ανάλογα με την περίσταση. Ακούω γύρω μου τους ανθρώπους καθημερινά, θέλουν μια καλύτερη δουλειά, καλύτερους μισθούς, καλύτερο αυτοκίνητο, καλύτερο σπίτι, καλύτερη ζωή. Και όταν τ' αποκτάμε θέλουμε και πάλι «μία από τα ίδια», αλλά λίγο καλύτερα. Δουλεύουμε σκληρά για να τ' αποκτήσουμε όλα αυτά κι αν ρωτήσεις τους περισσότερους δυστυχώς θα σου πουν ότι δεν είναι ικανοποιημένοι. Κι εκεί, κάπου σε ένα χωριό των Δερβενοχωρίων, βλέπω μπροστά μου 15 ανθρώπους, φοιτητές, επαγγελματίες, οικογενειάρχες, το μόνο που ζητάνε για να είναι ευτυχισμένοι είναι . . . γιαουρτόμελο. Τι όμορφα που νοιώθεις, όταν έστω και για λίγο, να μπορείς να σταματήσεις στο μυαλό σου το αναπόφευκτο κυνήγι των «θέλω» σου και να είσαι ευτυχής στο άκουσμα και μόνο ενός απλού πράγματος;

Ο δρόμος της επιστροφής
Τα καλά τελειώνουν γρήγορα και ο δρόμος μας βρίσκει και πάλι με τα κράνη και όλο τον εξοπλισμό πάνω στις πλάτες μας. Η ζέστη έχει αρχίσει και δυναμώνει ενώ μπροστά μας απλώνεται μια ατελείωτη ασφάλτινη λωρίδα που χάνεται κάπου ψηλά και μακριά, εκεί που δεν φτάνει το μάτι. «Εκεί πηγαίνουμε;», όλοι αναρωτηθήκαμε το ίδιο, αλλά όλοι ξέραμε ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος της επιστροφής . . .

Ούτε ξέρω πόση ώρα ανεβαίναμε το βουνό, αλλά αισθανόμουνα την καυτή άσφαλτο να περνάει αργά κάτω από τις ρόδες μου. Παρακαλούσα να τελειώσει να μπούμε στα μονοπάτια, εκεί που τα πράγματα ήταν πιο «δροσερά». Η κόπωση είχε χτυπήσει τον Kώστα που είχε ξεπεράσει ήδη τον εαυτό του αλλά ήξερα ότι ο δρόμος ήταν μακρύς. Δεν πέρασε πολύ ώρα και η πολυμήχανη ομάδα έπρεπε να σκεφτεί πως θα μπορέσει να συνεχίσει με τον ίδιο ρυθμό, όλη μαζί, πριν μας πιάσει η νύχτα. Δεν πέρασε ένα λεπτό, ο Ttop έβγαλε την ανταλλακτική του σαμπρέλα, την κόψαμε στη μέση αφαιρώντας τη βαλβίδα της και δέσαμε τη μια άκρη στο λαιμό της σέλλας του limas και την άλλη στο λαιμό της σέλλας του marktheshark αφού την περάσαμε πρώτα ανάμεσα από τον σκελετό του Κώστα. Τα δύο "άλογα" μπροστά τραβούσαν ασταμάτητα ενώ πίσω η υπόλοιπη ομάδα έσπρωχνε εναλλάξ για να φτάσουμε όλοι στην κορυφή.

Και μετά κατηφόρα. Είχαμε φτάσει τόσο ψηλά που φάνταζε ότι θα κατεβαίναμε για ώρες πριν συναντήσουμε οποιοδήποτε ανηφορικό κομμάτι. Η ανακούφιση και η ταχύτητα ήταν τόσο μεγάλη καθώς κατεβαίναμε που ένοιωθες ότι μπορείς πλέον να πετάξεις. Και ξαφνικά, ενώ «πετούσαμε», ο Γιάννης σηκώνει το αριστερό του χέρι και δείχνει προς τα πάνω-αριστερά και πάλι. «Τέλος η κατηφόρα, πάμε αριστερά, στο ανηφοράκι που βλέπετε». Σαν να σου κόβουν τα φτερά και να σου λένε ότι το υπόλοιπο της διαδρομής δεν μπορείς να το «πετάξεις» και θα πρέπει να το περπατήσεις. Οι δυνατότεροι έφυγαν μπροστά ενώ η πρώτη σκέψη ήταν ότι ο Κώστας ίσως να συνέχιζε ευθεία προς τη Φυλή, ένα χωριό αρκετά χιλιόμετρα μακριά. Και μετά όμως; Πως θα επέστρεφε στο Τελεφερίκ; Δεν υπήρχαν πολλές επιλογές και η σαμπρέλα «ρυμούλκησης» είχε ήδη πάρει τη θέση της. Αυτή τη φορά το έργο θα παιζόταν διαφορετικά. Ο marktheshark θα τραβούσε, ενώ ο limas θα έσπρωχνε. Οι υπόλοιποι είμασταν τόσο κουρασμένοι που θα έπρεπε να συνεχίσουμε μόνοι μας για να μπορέσουμε να φτάσουμε στην κορυφή.

Τα τελευταία 6 χιλιόμετρα ανηφόρα παιδιά . . . κουράγιο
Όταν ποδηλατείς γύρω στις οχτώ με εννιά ώρες, τα τελευταία 6 ανηφορικά χιλιόμετρα θέλουν μεγάλη προετοιμασία για να τα ανέβεις, σωματική και ψυχική. Εκεί όμως δεν έχεις επιλογή διότι είσαι στη μέση ενός χαώδους βουνού και ξέρεις ότι σε λίγες ώρες θα έχει σκοτεινιάσει. Και αυτή τη φορά δεν μπορείς να καλέσεις να έρθουν να σε πάρουν με το αυτοκίνητο. Καμιά φορά σκέφτομαι πόσο καλό μας κάνει να μην έχουμε επιλογές. Μας βοηθά να επιστρατεύσουμε δυνάμεις που πολλές φορές δεν πιστεύουμε ότι έχουμε. Και πως άλλωστε να το πιστέψουμε μέσα από τόσες «ευκολίες» που έχουμε δημιουργήσει στη σύγχρονη καθημερινότητά μας. Σπίτι-ασανσέρ-αυτοκίνητο-ασανσέρ-γραφείο και γραφείο-ασανσέρ-αυτοκίνητο-ασανσέρ-σπίτι, κάθε μέρα με μπόλικες δόσεις καναπέ και ατελείωτες ώρες συζήτησης . . . στο κινητό μας τηλέφωνο. Και τα Σαββατοκύριακα «ξεκούραση», με πολύ τηλεόραση, καφέδες, άντε και κανένα διήμερο στα νησιά τώρα που ανοίγει ο καιρός, αλλά και πάλι, για "αραλίκι" στην παραλία.

Ήταν τα τελευταία μας ανηφορικά χιλιόμετρα και οι μισοί περπατούσαμε, και οι άλλοι μισοί είμασταν πάνω στα ποδήλατα κάνοντας ισορροπία. «Μόλις κατάλαβα ότι ίσως θα πρέπει να το πάρω με τα πόδια, είμαι γύρω στα 10 λεπτά από πίσω σου κι ενώ περπατάς, δεν μπορώ να σε προσπεράσω», γυρνάω και λέω στον Zoops. Ο wardog μας προσπερνά, «Admin έχει σταματήσει να έχει πλάκα εδώ και ώρα», ενώ ο Σάββας ξεφυσά «παίδες έχω κλατάρει». Ο γελαστός Μιχάλης μόνο ψάχνει για συζητητή, αλλά μάταια πλέον. Είναι δύσκολες οι ώρες. Έχουμε σταματήσει κάτω από ένα δέντρο να πάρουμε μια ανάσα όταν περνάνε οι «τελευταίοι». Είχαν αργήσει να ξεκινήσουν γιατί δένονταν μεταξύ τους λίγο πιο πίσω. Μέσα στο λιοπύρι εμφανίζεται ο marktheshark να ανεβαίνει με το ρυθμό ενός αθλητή που ανεβαίνει το βουνό, η μόνη διαφορά ήταν ότι από πίσω τραβούσε 130 κιλά (μαζί με τον εξοπλισμό) και ο limas από πίσω να ανεβαίνει με τον ίδιο ρυθμό με το ένα χέρι στο τιμόνι και με το άλλο στην πλάτη του Κώστα.

Πραγματικά δεν ήξερα τι να πρωτοθαυμάσω. Τη φυσική κατάσταση και τη δύναμη ενός 25χρονου παιδιού που έβλεπες τα πόδια του να ανεβοκατεβαίνουν σαν πιστόνια, ακούραστα χωρίς σταματημό, τη δύναμη και τεχνική ενός 27χρονου που με το ένα οδηγούσε και με το άλλο έσπρωχνε, ή τη δύναμη της θέλησης και της ψυχής ενός 35χρονου που 4-5 μήνες πρίν, όταν τον πρωτογνώρισα, είχε μόλις κόψει το κάπνισμα, ήταν 20-30 κιλά βαρύτερος και είχε αντέξει στην πρώτη του βόλτα με του Friends να κάνει 5-7 χιλιόμετρα και τα περισσότερα με τα πόδια; Δεν ήξερα από που να εμπνευστώ; Δεν ήξερα αν ο «ήρωας» ήταν o marktheshark ή ο Kώστας;


Το μονοπάτι του Αγίου Γεωργίου
Δύσκολα μπορείς να ελέγξεις το τιμόνι του ποδηλάτου σου όταν το οδηγάς για 9 ώρες πάνω από πέτρες και χώμα. Όταν όμως μπαίνεις στο μονοπάτι του Αγίου Γεωργίου αυτό δεν ισχύει πια. Μπαίνεις σε ένα άλλο παραμυθένιο κόσμο με τη βλάστηση έτσι όπως τη βλέπεις μόνο στα ντοκιμαντέρ. Το πράσινο, τα δέντρα, τα λουλούδια, το χώμα, τα βράχια, τα έχει φτιάξει με τέτοια ισορροπία η φύση που σε βάζει σε ένα «ταξίδι» το οποίο δεν θέλεις να τελειώσει. Κατεβαίνεις χωρίς να μπορείς να δεις που θα φτάσεις και απλώς σε κάθε μέτρο μπροστά σου ξεδιπλώνεται το μονοπάτι σα χαλί. «Χαλάλι το 9ωρο στη σέλλα. Άξιζε τον κόπο», είπαμε όλοι χωρίς δεύτερη σκέψη. Ανηφορίσαμε τα τελευταία 500 μέτρα και φτάσαμε στη μπάρα που θα μας έβγαζε πλέον στην άσφαλτο. Τα αυτοκίνητά μας δεν ήταν πλέον μακριά.

Το πρωί της Δευτέρας . . .
Ξέρω ότι η Δευτέρα το πρωί θα με βρει πάλι στο γραφείο μου μπροστά στον υπολογιστή μου, να γράφω emails σε πελάτες, να απαντώ στο κινητό μου, να σκέφτομαι τι έχω να πληρώσω και από που έχω να πληρωθώ, να προσπαθώ να φτάσω στην Αττική οδό με το αυτοκίνητό μου και να παρακαλώ το Θεό να τελειώσουν τα έργα και οι Ολυμπιακοί για να ζήσουμε κι εμείς σε αυτή την πόλη σαν άνθρωποι. Ξέρω ότι τη Δευτέρα το πρωί η καθημερινότητα θα μου χτυπήσει και πάλι την πόρτα για να με προσγειώσει.

Όμως, το προηγούμενο Σάββατο "της την έσκασα" και για 10-12 ώρες ήμουν εκεί πάνω, μέσα στα βουνά, μακριά από τα realities, με 15 καλούς φίλους που κάναμε αυτό ακριβώς που θέλαμε.

Ποδήλατο. Και ήταν τόσο όμορφα!