Cyclist.gr - Ποδήλατο και ποδηλασία
 
Λεξικό Ορεινής Ποδηλασίας

Το άρθρο που ακολουθεί είναι περισσότερο χιουμοριστικό παρά ενημερωτικό, αν και οι αναφερόμενοι όροι απαντώνται. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει ο αναγνώστης (ειδικά ο αρχάριος!) να θεωρήσει πως οι όροι αυτοί αποτελούν αποκλειστική βάση επικοινωνίας με "συνάδελφους ΜΤΒήδες", αλλά σίγουρα δε βλάπτει να γνωρίζουμε μερικά πραγματάκια παραπάνω... :)

Στη δημιουργία του λεξικού αυτού έχουν συμβάλλει οι αρκετοί από τους Cyclist Friends, τους οποίους και ευχαριστούμε .





Πράσινος / η = Βέβαια συμμετοχή σε βόλτα / προπόνηση / ποδηλατική συνάντηση.


Μαύρος / η = Πιθανότητα συμμετοχής σε βόλτα / προπόνηση / ποδηλατική συνάντηση, χωρίς όμως να είναι βέβαιο.


Αγοράζω οικόπεδο = Πτώση (επίπονη ή μη) με αποτέλεσμα ο αναβάτης να ξαπλώσει στο έδαφος, σε οποιαδήποτε στάση. Προεραιτικά, μπορούν να προηγηθούν λίγα δευτερόλεπτα πτήσης.
Συνώνυμα/Παραπλήσια: "Χύθηκα", "Ξάπλωσα", "Έγλυψα / έφαγα χώμα" κ.α.
Σημείωση: Ο παραπάνω όρος ισχύει μόνο αν ο αναβάτης καταλήξει στο έδαφος, ειδάλλως (π.χ. πρόσκρουση σε δέντρο) γίνεται χρήση όρων όπως "αγκάλιασα δέντρο", "φίλησα βράχο", "έγλυψα πέτρα" κλπ.
Επίσης: "Πήγε ακριβά το οικόπεδο" = Χτύπησε πολύ / "Το πήρε σε καλή τιμή" = Την γλύτωσε χωρίς σοβαρές συνέπειες


Γαιοκτήμονας (ο) = Ο ιδιοκτήτης πολλών "οικοπέδων", αυτός που "αγοράζει" συχνά, και σε διαφορετικές τοποθεσίες.
Συνώνυμα: Τσιφλικάς
Επίσης: Για περισσότερη έμφαση, μπορεί να γίνει χρήση του προθέματος "μεγάλο-", δηλ. "Μεγαλογαιοκτήμονας", "Μεγαλοτσιφλικάς".


Κατσίκι (το) = Ονομασία που προσδίδουν έμπειροι οι ΜΤΒήδες σε άπειρους αναβάτες ή όσους δεν κατέχουν την τέχνη των διαπραγματεύσεων με το περιβάλλον τους (μονοπάτια, βράχια, ρίζες, δέντρα, κλαδιά, γκρεμοί κλπ), π.χ. κουρσάδες που αποφασίζουν να δοκιμάσουν την τύχη τους στο χώμα. Αρχικά, η έννοια της λέξης σήμαινε "Λεπτός, γυμνασμένος αναβάτης που σκαρφαλώνει παντού", αλλά η χρήση της με σαρκαστικό ύφος καθώς και παραπομπές στην αδεξιότητα και κομική όψη του συμπαθούς τετράποδου έδωσαν νέα σημασία στην λέξη "κατσίκι".
Παράδειγμα: "Καλά, είσαι απο τα μεγάλα κατσίκια!", ή "Ρε κατσίκι, που πας;"
Συνώνυμα: Ασχετίδης, Πρόβατο.
Αντώνυμα: Αγριοκάτσικο, Κρι-κρι.


Κτηματομεσίτης (ο) = Ο σατανικός ΜΤΒής που πηγαίνει ανυποψίαστους αναβάτες σε κακοτράχαλες διαδρομές με σκοπό να τους "πουλήσει" οικόπεδα (δηλ. να τους δει να τσακίζονται, προς ιδίαν τέρψη).


Λασπάκι (το) = Φυσικό κοκτέϊλ νερού και χώματος. Απαντάται σχεδόν οπουδήποτε. Φέρνει χαρά στους "βαμμένους" ΜΤΒήδες όταν σερβίρεται πηχτό (νερουλό πάει παντού, αλλά και πάλι έχει τη χάρη του), παρουσιάζοντας τρομερή αίσθηση κρατήματος & κύλησης. Το λασπάκι (συν τοις άλλοις) έχει πτητικές ιδιότητες και συχνά καταλήγει στα πρόσωπα των ΜΤΒήδων...
Παράδειγμα: "Είχε ωραίο λασπάκι σήμερα, να ξαναπάμε πριν στεγνώσει!"
Επίσης: Φοριέται και ως μάσκα ομορφιάς, με άριστα απότελέσματα!


Πάω τάπα = Κινούμαι με υψηλή ταχύτητα, στα όρια των δυνατοτήτων μου (σε οποιαδήποτε κλίση εδάφους). Συνώνυμα: "Βεντούζα", "Κομμάτια", "Λιωμένος/η", "Μαλλιοκούβαρα", "Τέζα".
Παράδειγμα: "Πήγαινα τάπα το μονοπάτι, αλλά αγκάλιασα ένα πεύκο και την άκουσα καλά".
ΠΡΟΣΟΧΗ: "Πάω τάπα" σημαίνει πως κινούμαι στα όρια των δυνατοτήτων μου. "Δίχως αύριο" σημαίνει πως έχω ξεπεράσει (ελαφρώς εώς πολύ) τα όριά μου και ο απόλυτος έλεγχος του ποδηλάτου είναι πια  ανάμνηση...


Ινδιάνος (ο) = Ο "χύμα" αναβάτης που έρχεται σαν τον τουρίστα, τελείως απροετοίμαστος (χωρίς κράνος, νερό, φαγητό, σαμπρέλλα κλπ) και καταλήγει να επιβαρύνει τους υπόλοιπους της παρέας / ομάδας.
Παράδειγμα: "Αν ξανασκάσεις σαν τον Ινδιάνο θα φας τρόμπα στο κεφάλι!"
ΠΡΟΣΟΧΗ: Ποτέ μην αποκαλέσετε αστειευόμενοι έναν σοβαρό ΜΤΒή "Ινδιάνο", θεωρείται τρομερή προσβολή!!!


Κάρφωσα = Λέξη η οποία χρησιμοποιείται κατά κόρον σε αγωνιστικές συνθήκες ή και ακόμα και σε χαλαρές βόλτες, στην περίπτωση όπου ο αναβάτης προσπάθησε να δώσει κάτι παραπάνω από τις δυνατότητές του στην ανηφόρα και κατέληξε να μείνει από ανάσες. Στην περίπτωση αυτή λέμε ότι ο αναβάτης αυτός "κάρφωσε".
Παράδειγμα: "Ανέβηκα το μονοπάτι τάπα προσπαθώντας να κολλήσω στη ρόδα του και κάρφωσα!"


Γερμανική τσ0ντ@ (η) = Αγώνας / προπόνηση / βόλτα όπου το ζόρι αρχίζει από πολύ νωρίς (ή και αμέσως), χωρίς εισαγωγή-ζέσταμα.
Παράδειγμα: "Ο αγώνας ήταν γερμανική τσ0ντ@, άρχιζε με ανηφόρα 12% παρατεταμένη και όλοι οι αναβάτες καρφώσανε πριν μπουν στο μονοπάτι!".
Επίσης: "Με το καλημέρα κόκκινα*!".
*κόκκινα = μέγιστοι παλμοί.


Κροκόδειλος (ο) = Κατά το συμπαθές ερπετό*, ο έχων υπερβολικά χαμηλούς παλμούς εν ώρα άσκησης.
Στα "ΜΤΒήδικα": Αυτός που δεν καρφώνει, όσο τάπα και να πηγαίνει.
Ο Κροκόδειλος, σε κατάσταση ηρεμίας απολαμβάνει εξαιρετικά χαμηλών παλμών: κατά μέσο όρο 21 ανά λεπτό!


Πάω καφενείο = Κινούμαι με χαλαρό (εώς χαλαρώτατο) ρυθμό.
Παράδειγμα: "Αυτός πάει καφενείο, πες του να τραβήξει λίγο!"


Πετάω αετό = Ο αγώνας έχει τελειώσει για μένα, κάρφωσα και πάω με 5Km/h ίσα-ίσα για να τερματίσω...


Λουλού (η) = Ο / η ποδηλάτης / ποδηλάτισσα που κάθεται μέσα "επειδή άκουσε" πως ο καιρός θα χειροτερέψει και αφήνει τους υπόλοιπους της παρέας να πάνε χωρίς αυτόν. Συνήθως οι Λουλούδες θυμώνουν με τις after-ride αφηγήσεις για το πόσο καλά πέρασαν όσοι πήγαν και προσπαθούν να τις αποφύγουν ή να πείσουν τους υπόλοιπους πως αυτοί πέρασαν καλύτερα / είχαν κάποια σημαντική δουλειά / υποχρέωση.
Παράδειγμα: Τι, θα κάτσεις σπίτι;;; Καλή Λουλού είσαι, και δεν σου φαινόταν!
Επίσης: "Λουλούκα" (υποκοριστικό), "Λουλού του καναπέ" (μέγιστος βαθμός)


Σπανακόπιττας (ο) = Ο σνόμπ ποδηλάτης με το σούπερ-ακριβό ποδήλατο (όχι αναγκαστικά όμως), ο οποίος απαντάται κυρίως στην γραμμή της εκκίνησης του αγώνα. Την έχει δεί πρώτη μούρη. Δεν μιλάει σε κανένα και έχει συνεχώς ξυνισμένα-στραβωμένα μούτρα, λές και του χάλασε το στομάχι η σπανακόπιττα της θειάς του της Χρυσούλας, την οποία τσάκισε για πρωϊνό πρίν τον αγώνα.


Βράχο-βράχο (το) = Μονοπάτι εξαιρετικά πετρώδες (προφέρεται "βραχοβράχο").


Χώσε = Ρήμα προτροπής, π.χ. για να κάνεις άλμα η να "πας τάπα". Η προτροπή αυτή συχνά δημιουργεί γαιοκτήμονες / οικοπεδοφάγους και καλό ειναι να χρησιμοποιείται με προσοχή...
Επίσης: "Δώσε", "Πάτα", "Έφυγες".


Gravitoκαφρίλες (οι) = Όλα τα "καλά" που έχουν σχέση με τη μαμά βαρύτητα: Drops, άλματα, σκαλάκια, κατηφοράκια κ.α. Ο κάφρος είναι το γουρούνι. Καφριλες σημαίνει ότι θα συμπεριφερθουμε σαν γουρούνια, χωρίς τρόπους δηλαδή, ή μεταφορικά ότι θα κανουμε "κακά" πράγματα!


Ερημίτης (ο) = Ο ποδηλάτης που του αρέσει να απομονώνεται στα βουνά, δίχως παρέα!


Αιρετικός (ο) =  Ο  Κουρσάς, ο ποδηλάτης δρόμου, αυτός που απέχει από το χώμα και τη λάσπη.


Σχέδιο πτήσης (το) = Που πάμε, πόση ώρα θα ποδηλατίσουμε, στάσεις κλπ....


Καρουλάκιας (ο) = O αναβάτης που κάνει τόση πολλή προπόνηση σε καρούλια / προπονητήριο, ώστε φτάνει στο σημείο να του φαίνεται "περίεργο" το ποδήλατο όταν το βγάλει κάποια στιγμή στο χώμα ("Βρε παιδιά, πολύ κουνάει!" - βλ. μεταμόρφωση σε "κατσίκι")
Παράδειγμα:
-"Άκουσα πως ο Χ κάνει σκληρή προετοιμασία για τον αγώνα!"
-"Μπα, καρουλάκιας είναι, έχει ξεχάσει πως στρίβουν. Θα πέσει γέλιο στο μονοπάτι!"
Επίσης: Τour De χωλ, Ανεμιστήρας (επειδή πολλά προπονητήρια έχουν αντίσταση με φτερωτή), DVD (αναγκαστική αποβλάκωση στην τηλεόραση για να περνάει η ώρα...).


Κουμπάκιας (ο) = Ο ΜΤΒης πάνω στο τιμόνι του οποίου απαντάται κάθε είδους "gadget" με αποτέλεσμα να θυμίζει περισσότερο πιλοτήριο Airbus παρά τιμόνι ποδηλάτου.
Παράδειγμα: Τιμόνι με φως, cyclocomputer, κουδούνι, παλμογράφο, GPS, βάση για κινητό, τρανζιστοράκι / mp3
Επίσης: Κιτ (από την γνωστή σειρά "Ο Ιππότης της ασφάλτου"), Kοτσώβολος (από τα γνωστά καταστήματα ηλεκτρικών συσκευών).


Κάλτσα (η) = Στήσιμο, τροποποίηση, πατέντα, επινόηση, εφεύρεση, σχεδίαση. Συνήθως συνοδεύεται από τον χαρακτηρισμό "καλή" και χρησιμοποιείται για θετικό σχολιασμό.
Παράδειγμα: -"Ώ, γύρισες το λαιμό του τιμονιού ανάποδα; Καλή κάλτσα!"
Επίσης: Ως "καλτσερό" χαρακτηρίζεται οτιδήποτε εμπίπτει στην κατηγορία της "κάλτσας". Π.χ. -"Σκέφτομαι να παραγγείλω εκείνα τα καλτσερά λάστιχα που σου έλεγα"


Φουίτ (το) = Έπαθα λάστιχο, μου τρύπησε η σαμπρέλα. Από τη Γαλλική λέξη "fuite", δηλ. "διαφυγή" (βλ. αέρας). Χρησιμοποιείται περισσότερο από τους Βόρειους Φίλους (Θεσσαλονικείς).